ζήρεια

Κάποτε, τα χρόνια τα μαγικά, ο θεός Πάνας ερωτεύτηκε την ίδια γυναίκα με τον Βοριά..
Η μικροκαμωμένη νύμφη Πιτυς έκλεψε τις καρδιές και των δύο κι όταν της είπαν να διαλέξει εκείνη έμεινε σιωπηλή για μέρες ψάχνοντας ποιον θα ήταν πιο εύκολο να αποχωριστεί.

Διάλεξε να μείνει με τον Πάνα, τον γιο του Ερμή, τον θεό τέρας με τις πιο παράξενες ιστορίες φορτωμένες πάνω του.
Τρελάθηκε ο Βοριάς, θέριεψε το μίσος μέσα του, φύσηξε τόσο δυνατά που σειόταν το βουνό
Μούγκριζε μανιασμένα, ήχοι παρανοϊκοί ξεκούφαναν όλα τα πλάσματα
Επιτέθηκε στην όμορφη νύμφη και την έριξε από ένα βράχο στο κενό να τσακιστεί, να μην υπάρχει πουθενά και για κανέναν

Η Γαία την έπιασε στον αέρα και την έχωσε γρήγορα γρήγορα μέσα σ ένα πεύκο να την σώσει
Εκεί ζει από τότε, μέσα στο πεύκο βολεύτηκε και θρέφει το δέντρο με τα πιο δυνατά αισθήματα
Του μιλά για ανεκπλήρωτους έρωτες, για ζήλια τρελή, για εκδίκηση που σκοτώνει
Κι εκείνο θρηνεί όποτε φυσά Βοριάς

Κι ένας ουρανός ψηλά να σε κοιτά και να λέει πως μόνο έτσι θα μπορούσε να είναι..
Πίστα χορού για τα πιο αέρινα σύννεφα
Ταξιδιάρικος, γεμάτος υποσχέσεις σκεπάζει κείνο το βουνό που ακόμα ζουν οι μύθοι

στο φαράγγι

ψηλά, με θέα το απέραντο του φαραγγιού, ζουν δέντρα σοφά
αγέρωχα στέκονται υπομονετικά, φίλος, αδερφός με γη και ουρανό

ξέρουν τόσες ιστορίες για τη ζωή και το θάνατο που αν τα ακουμπήσεις νιώθεις κύματα την γαλήνη του ευτυχισμένου

χόρεψαν άπειρες φορές με τα σαλεμένα τραγούδια των ξωτικών τους
βασανίστηκαν από ήχους που μπορούν να τρελάνουν και θεούς ακόμα

έρχεται η ομίχλη ολόλευκη
απλώνεται και βολεύεται στα πιο απίθανα σημεία σαν φίλη οικεία, αγαπημένη που ήρθε επίσκεψη
χωρίζεται ο κόσμος στον έξω και στον μέσα της
γίνεται εξωπραγματικός, μυστήριος
τρέμουν τα φύλλα από νέα που φέρνει

μπαίνει στο φαράγγι και κυλάει μαζί με το ποτάμι ανταλλάσοντας μυστικά του νερού και του αέρα
ενώνει κάτω από το πέπλο της πλάσματα και δέντρα, ορατά και άφαντα
όνειρο και αλήθεια, όλα μια παρέα
χύνεται μέσα στη ψυχή και κρύβεται για πάντα εκεί
την ρουφάει η μικρή πέτρα και γίνεται φάντασμα για πάντα φυλακισμένο μέσα της

ελευθερία

τα μάγουλά του ήταν κόκκινα.. συναγωνίζοταν τα χείλια του.. ποιο θα πετύχει το τέλειο κόκκινο..
άκουγα την ανάσα του κοφτή και παρακολουθούσα τα συννεφάκια που σχημάτιζε όποτε συναντούσε τον δροσερό αέρα

κρατούσε ένα ξύλο και είχε τις τσέπες του γεμάτες βελανίδια
τα μάτια του έλαμπαν σα να ταν δακρυσμένα και έτρεχαν ακούραστα στην πλαγιά ψάχνοντας για τη νεράιδα της γης που κρύβεται λέει στο πιο γέρικο δέντρο κάθε βουνού

ξέρω πως λέγεται αυτό που νιώθω.. είπε ξαφνικά κοιτώντας με χαμογελαστός
ελευθερία το λένε, φώναξε και άρχισε να τρέχει σαν τρελός την κατηφόρα σκορπίζοντας βελανίδια εδώ κι εκεί